Μετεγκατάσταση Επιχείρησης: Κάποτε το μεγαλύτερο σημαίνει και καλύτερο

By Βασίλης Φωτεινός | Επιχειρηματική Πρωτοπορία

Τα υψηλά κόστη λειτουργίας των εγκαταστάσεων μιας επιχείρησης σε συνδυασμό με χαμηλά επίπεδα παραγωγής οδηγούν σε υψηλό μέσο κόστος. Τα υψηλά μέσα κόστη είναι, ενδεχομένως, αποδεκτά, όταν ένα νέο εγχείρημα κάνει τα πρώτα βήματά του, ή σε ειδικές περιπτώσεις που δημιουργείται ανωμαλία στη ζήτηση των προϊόντων και υπηρεσιών της επιχείρησης.

Μακροπρόθεσμα, όμως, τα μέσα κόστη θα πρέπει να υπερβαίνουν αρκετά τα κέρδη για να δικαιολογούν μια συγκεκριμένη επένδυση (π.χ. ένα νέο κατάστημα, μια νέα γραμμή παραγωγής κ.λπ.).

Όταν παρατηρούνται υψηλά μέσα κόστη ανά προσφερόμενο προϊόν ή υπηρεσία, η επιχείρηση θα πρέπει να αναλύει και να βελτιώνει τους περιορισμούς της στην παραγωγή (στενωπούς), οι οποίοι μπορεί να είναι εσωτερικοί ή εξωτερικοί.

Για παράδειγμα, ο περιορισμένος αριθμός τραπεζοκαθισμάτων σε ένα εστιατόριο, ή οι λιγοστοί υπάλληλοι σε ένα κατάστημα μπορεί να σημαίνουν ανεπαρκή δυναμικότητα (σε φυσικούς ή ανθρώπινους πόρους), προκειμένου να λειτουργήσει η επιχείρηση σε μια αρκετά μεγάλη κλίμακα, ώστε να είναι κερδοφόρος.

Εναλλακτικά, η τοποθεσία ενός εστιατορίου μπορεί να σημαίνει ότι δεν υπάρχει επαρκώς μεγάλη αγορά να υποστηρίξει την παραγωγική δυναμικότητά του και απαιτείται μετεγκατάσταση του. Σε άλλες περιπτώσεις, ελλείψεις στις εισροές (π.χ. πρώτες ύλες) μπορεί να οδηγούν μια παραγωγική μονάδα σε υποαπασχόληση σε σχέση με άλλες.

Αν η περίπτωση που εξετάζεται είναι μίας εγκατάστασης που υπολειτουργεί κάτω από τα επίπεδα πλήρους απασχόλησής της  και υπάρχουν εκτεταμένες ευκαιρίες πώλησης των προϊόντων αυτής της εγκατάστασης με κέρδος, η επιχείρηση θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο εξασφάλισης επιπρόσθετων εισροών ή καλύτερης αξιοποίησης των πόρων της. Μεταξύ των εναλλακτικών που θα πρέπει να συνεξετάζονται είναι και το ενδεχόμενο κλεισίματος της μονάδας (π.χ. μετεγκατάσταση).

Μετεγκατάσταση Επιχείρησης: Κάποτε το μεγαλύτερο σημαίνει και καλύτερο

Στην απόφαση για το κλείσιμο ή μη μιας εγκατάστασης υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες. Ο επιχειρηματίας ή οι υπάλληλοι της επιχείρησης μπορεί να έχουν προσωπικούς λόγους για τη διατήρησή της, π.χ. είναι κοντά στον τόπο κατοικίας, φοβούνται ότι αν υπάρξει μετεγκατάσταση θα απολυθούν κ.α., που δεν τους επιτρέπουν να κρίνουν αντικειμενικά.

Η εξέταση των αποφάσεων αυτών θα πρέπει να λαμβάνει υπ’ όψη όλα τα κόστη και τα κέρδη που σχετίζονται με αυτές, όπως η εξοικονόμηση των λειτουργικών κοστών, το κόστος ευκαιρίας των χαμένων πωλήσεων, η απώλεια φήμης και πελατείας, το κόστος τερματισμού των συμβάσεων, η διαρροή εξειδικευμένου προσωπικού κ.λπ.

Επίσης, επειδή η λήψη των αποφάσεων αυτών στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε προβλέψεις και εκτιμήσεις, θα πρέπει οι επιχειρηματίες να συνεκτιμούν την πιθανότητα αστοχίας στις προβλέψεις τους, να υπολογίζουν τα όρια σημαντικότητας των τιμών των παραμέτρων (πέραν των οποίων η τελική απόφαση αντιστρέφεται) και να πραγματοποιούν αναλύσεις ευαισθησίας.

Οι αναλύσεις ευαισθησίας, ουσιαστικά απαντούν στο ερώτημα «τι θα συμβεί εάν;», π.χ. «τι θα συμβεί αν η τιμή πώλησης αυξηθεί κατά 10%;».

Τέλος, σε πολλές περιπτώσεις βοηθά η διατύπωση ενός καλού και ενός κακού σεναρίου, ώστε να γίνουν εμφανείς οι επιδράσεις των παραμέτρων της απόφασης στις ακραίες δυνατές τιμές τους.

Σχετικά Άρθρα

Για τον Συγγραφέα

O Βασίλειος Φωτεινός αποφοίτησε το 2002 από το τμήμα Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοικητικής του Πανεπιστήμιου Πειραιώς και το 2005 έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η εργασιακή του εμπειρία επικεντρώνεται σε θέματα στρατηγικού σχεδιασμού και οργάνωσης επιχειρήσεων, ανάπτυξης επιχειρηματικών και επενδυτικών σχεδίων, καθώς και επιχειρησιακής ανάλυσης, ανασχεδιασμού και διαχείρισης διαδικασιών με τη χρήση ειδικού λογισμικού. Παράλληλα διαθέτει εμπειρία σε έργα που σχετίζονται με το Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου συγχρηματοδοτούμενων έργων ΕΣΠΑ.