Τι μπορώ να κάνω με τις πάγιες ανελαστικές δαπάνες της επιχείρησής μου;

By Βασίλης Φωτεινός | Επιχειρηματική Πρωτοπορία

Ως επιχειρηματίας γνωρίζεις ότι έχεις μεγάλες ευθύνες στους ώμους σου. Με τις γνωστές συνθήκες να επικρατούν στην αγορά, περισσότερο από ποτέ, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη του ελέγχου του κόστους των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών.

Και ενώ τα μεταβλητά κόστη τα γνωρίζεις και τα μειώνεις κατά βούληση, δεν ισχύει το ίδιο και για τις πάγιες δαπάνες της επιχείρησης.

Ή μήπως δεν είναι έτσι;

Όταν τίθεται λοιπόν το θέμα εξορθολογισμού των δαπανών, οι επιχειρηματίες έρχονται αντιμέτωποι με τις «πάγιες δαπάνες» για την παραγωγή των προϊόντων και την προσφορά των υπηρεσιών, καθώς και για τη γενική λειτουργία της επιχείρησής τους, οι οποίες δεν μεταβάλλονται σε σχέση με το επίπεδο των πωλήσεων, δαπάνες που θεωρούν ότι είναι δεδομένες και δεν μπορούν να αλλάξουν. Σε αυτές συγκαταλέγονται οι αμοιβές του προσωπικού, τα ενοίκια, οι αποσβέσεις, τα διάφορα τέλη και εισφορές κ.λπ.

Ωστόσο, οι επιχειρηματικές αποφάσεις είναι αυτές που προκαλούν τα κόστη, τα κόστη δεν συμβαίνουν έτσι απλά, και κάθε επιχείρηση λαμβάνει πολλές και σύνθετες αποφάσεις  και όχι μόνο για την αποδοχή ή την απόρριψη μιας πώλησης. Καμία απόφαση για την απόκτηση ενός πόρου δεν είναι μη αντιστρέψιμη. Για το λόγο αυτό, όλα τα μελλοντικά κόστη είναι μεταβλητά σε σχέση με κάποια απόφαση, κατά συνέπεια κανένα μελλοντικό κόστος δεν πρέπει να θεωρείται πάγιο.

Τι μπορώ να κάνω με τις πάγιες ανελαστικές δαπάνες της επιχείρησής μου;

Μπορεί να συνεπάγεται κάποιες συνέπειες η μεταβολή του κόστους ενός επιχειρηματικού πόρου (π.χ. του προσωπικού, των κτηριακών εγκαταστάσεων κ.λπ.) στο προσεχές μέλλον (π.χ. επαναδιαπραγμάτευση ή τερματισμό μιας σύμβασης), αλλά μπορεί να αλλάξει.

Έτσι, είναι προτιμότερο να μιλάμε για δεσμεύσεις που προκαλούν κόστη, κάτι το οποίο σημαίνει ότι η επιχείρηση έχει δεσμευθεί σε ένα επίπεδο ή τύπο δαπανών για πόρους, ο οποίος, όμως, μπορεί να αλλάξει (με κάποιο περαιτέρω κόστος ενδεχομένως, όπως π.χ. έξοδα μετεγκατάστασης). Δεσμεύσεις που προκαλούν κόστη περιλαμβάνουν την απασχόληση προσωπικού, τη στέγαση της επιχείρησης, τη χρήση αδειών εκμετάλλευσης κ.λπ.

Στον αντίποδα, υπάρχουν δαπάνες που βρίσκονται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια της επιχείρησης, όπως τα έξοδα προβολής και διαφήμισης, τα έξοδα σχεδιασμού ενός νέου προϊόντος κ.λπ.

Η διαφορά έγκειται στο βαθμό δυσκολίας: τόσο το κόστος των πόρων που προκαλούν δεσμεύσεις, όσο και το κόστος των πόρων που βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια της επιχείρησης μπορούν να αλλάξουν, ωστόσο τα δεύτερα μπορούν να τροποποιηθούν πολύ ευκολότερα από τα πρώτα.

Συνοψίζοντας, η διαχείριση του κόστους απαιτεί και μια νέα οπτική, αυτής όπου κανένα κόστος δεν είναι δεδομένο, καθώς όλα μπορούν να μεταβληθούν, ανελαστικές και μη ανελαστικές, πάγιες και μεταβλητές δαπάνες. Όλα τα κόστη πρέπει να υφίστανται μόνο για όσο εξυπηρετούν τον σκοπό της επιχείρησης.

Αν θες κι εσύ, ένα πλήρες και άμεσα εφαρμόσιμο πλάνο διαχείρισης κόστους, ειδικά για την επιχείρησή σου, επικοινώνησε μαζί μας.

 

Σχετικά Άρθρα

Για τον Συγγραφέα

O Βασίλειος Φωτεινός αποφοίτησε το 2002 από το τμήμα Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοικητικής του Πανεπιστήμιου Πειραιώς και το 2005 έλαβε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA) από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η εργασιακή του εμπειρία επικεντρώνεται σε θέματα στρατηγικού σχεδιασμού και οργάνωσης επιχειρήσεων, ανάπτυξης επιχειρηματικών και επενδυτικών σχεδίων, καθώς και επιχειρησιακής ανάλυσης, ανασχεδιασμού και διαχείρισης διαδικασιών με τη χρήση ειδικού λογισμικού. Παράλληλα διαθέτει εμπειρία σε έργα που σχετίζονται με το Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου συγχρηματοδοτούμενων έργων ΕΣΠΑ.